διάβασε κι αυτό: Εκείνες οι γελοιογραφίες τύπου New Yorker
Κόμικς φιγούρα, κωμική.
Ένας «κοντοπίθαρος νάνος» σύμφωνα με τον Νίκο Β. Ρούτσο, τον συγγραφέα του ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ.
Αραπάκος! Και ζουμπάς! Ένας μαύρος νάνος κοντολογίς.
Ένας Black person of short stature αστείος στην όψη και στο άκουσμα. Λέει συνέχεια σαχλά καλαμπούρια, κάνει παιχνίδι με την ελληνική γλώσσα και τις λέξεις, λατρεύει τις ρίμες, σκαρφίζεται στη στιγμή στιχάκια σαν κι αυτό:
Αμάν, Αρκουδαράπαρε
τί μούρθε να λουφάξω!
Και σ' έφαγαν μπαμπέσικα,
προτού σε... κατασφάξω!
Ο ΠΟΚΟΠΙΚΟΣ, μεταξύ των άλλων, είναι και μέγας κυνηγός κονίκλων (κουνελιών) που ορέγεται να μαγειρέψει γι αυτόν με τα παχουλά χεράκια της η αρραβωνιαστικιά του, η ΧΟΥΧΟΥ, αν τύχει ποτέ και πετύχει κανένα κατά λάθος (η αλήθεια είναι πως δεν του έκατσε ούτε μισό κουνέλι):
"[...] Αλλά και η μελιστάλακτη Χουχού στεναχωριέται κι΄αναστενάζει:
- Αμάν πια χρυσό μου! Καλέ ξελιγώθηκα εκ της πεινός! Αλληθώρισα εκ της φρουτοφαγίας!... Αν δεν βαρέσεις και σήμερις κανέναν κόνικλο θ' αναγκασθώ να... περιδρομιάσω εσένα. Και μετά συγχωρήσεως δηλαδή.
Ο νάνος την καθησυχάζει:
-Μη φοβού μωρή Μαμζέλ!... Εν ανάγκη θα σφάξω κανένα ζευγαράκι ελέφαντες! Θα περάσουμε όπως όπως! Σάμπως θάναι για χόρταση; [...].
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ο κοντοπίθαρος νάνος ΠΟΚΟΠΙΚΟΣ ξεκίνησε την κόμικς καριέρα του μέσα από τις σελίδες του ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ ως ο καλαμπουρτζής, πιστός φίλος, ακόλουθος και σύντροφος του Γκαούρ. Ο σαχλαμάρας της ζουγκλοπαρέας.
Ποιος στον καλό ήταν ο ΓΚΑΟΥΡ;
Ο ΓΚΑΟΥΡ ήταν ο ένας από τους δυο Ταρζάν της χάρτινης ζούγκλας του Νίκου Ρούτσου, ο μελαψός. Πιο δυνατός και ανδρείος από τον... ασπρουλιάρη (τον "αυθεντικό").
Ο Έλληνας Ταρζάν!
Αιώνιος αντίπαλος και συνάμα αδελφικός φίλος του λευκού ΤΑΡΖΑΝ.
Συζεί (συζούσε) σε μια σπηλιά μαζί με την πανέμορφη ΤΑΤΑΜΠΟΥ (μελαψή κι αυτή, Ελληνίδα), τον ΠΟΚΟΠΙΚΟ και την ΧΟΥΧΟΥ, αλλά και μια μαϊμού με περίεργο ύφος.
Τι επαγγέλλεται ο ΓΚΑΟΥΡ; Προστάτης των αδυνάτων (ή κάτι παρεμφερές)!
και ο άλλος ΤΑΡΖΑΝ;
Ο ασπρουλιάρης! Ο Εγγλέζος ΤΑΡΖΑΝ. Του Μπάροους τάχα μου. Ο Τζον Κλέιτον... ινκόγκνιτο.
Προστάτης των φτωχών και των αδυνάτων του ζουγκλοκόσμου κι αυτός.
Και κάργα φιγουρατζής.
Κρυόκωλος τύπος. Και κάπως φλώρος.
Πότε-πότε παλεύει με τον ΓΚΑΟΥΡ, και παρά τις ευοίωνες προβλέψεις των μπουκμέϊκερς της ζούγκλας και τις περίτεχνες λαβές που συνηθίζει, στο τέλος πάντα τις τρώει.
σχετικά με το περιοδικό ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ
Πρωτοκυκλοφόρησε στα 1950 και ήταν εβδομαδιαίο. Ένα μικρό τευχάκι, κούτσικο (12,5 Χ 17,5), 36 όλων κι όλων σελίδων (για το μπούγιο ο εκδότης μετρούσε για σελίδες εξώφυλλο, εσώφυλλα και οπισθόφυλλο).
Γνώρισε τεράστια εκδοτική επιτυχία λένε, πως τάχα πουλούσε πάνω από 50.000-70.000 αντίτυπα τη βδομάδα, είναι ένας αστικός μύθος τα νούμερα αυτά. Στην πραγματικότητα το τιράζ του ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ τα 5.000 ανά τεύχος. Μετά, λοιπόν, από 56 εβδομάδες συνεχούς κυκλοφορίας, ο Νίκος Ρούτσος πλακώθηκε στις... γρήγορες με τον εκδότη του περιοδικού για (μα τι άλλο;) το διαφυγόν χρήμα, οπότε το ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ δεν πέρασε ποτέ στο τεύχος νο 57, σταμάτησε όλως αιφνιδίως, αφήνοντας τους αναγνώστες του στα κρύα του λουτρού.
Οι αναγνώστες του ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ ήταν παιδιά ή και μεγάλοι;
Αν και τυπικά πλασαριζόταν ως παιδικό/εφηβικό ανάγνωσμα, το κοινό του ήταν μεικτό και περιλάμβανε πολλούς, πάρα πολλούς ενήλικες.
Στην Ελλάδα του 1950, που προσπαθούσε να συνέλθει από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, τα ποσοστά αναλφαβητισμού ήταν υψηλά και η πρόσβαση σε ακριβά βιβλία δύσκολη.
Οι απλές, γεμάτες δράση και πατριωτικά υπονοούμενα ιστορίες του Έλληνα Ταρζάν ΓΚΑΟΥΡ (που παρουσιαζόταν ως πιο δυνατός και δίκαιος από τον «ξένο» ΤΑΡΖΑΝ) διαβάζονταν με μανία από στρατιώτες, μπακαλόγατους, εργάτες, βιοπαλαιστές αλλά και από ολόκληρες οικογένειες που μαζεύονταν για να ακούσουν κάποιον που ήξερε γράμματα να τους διαβάζει την ιστορία φωναχτά.
... ποιος ο Νίκος Β. Ρούτσος
Ο συγγραφέας του θρυλικού πια περιοδικού ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ (αλλά και άλλων παλπς εντύπων).
Ο μπαμπάς του (άλλοτε-κάποτε θρυλικού) ΤΖΩΝ ΓΚΡΗΚ (ραδιοφωνικός αστυνομικός ήρωας ήταν τούτος).
Και στιχουργός με αρκετές επιτυχίες (τη ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ του Τσιτσάνη αυτός, έλεγε, ότι την έγραψε).
Ο κυρ Νιέκος.Τον γνώρισα από κοντά σε μια συνέντευξη που του πήρα για την ΚΟΛΟΥΜΠΡΑ, στα τέλη του '70.
Ήταν, τότε, κάπου 75 χρονών.
Γεννημένος στα 1904, στην Αθήνα.
Συνονόματος.
Κύριε Νίκο του έλεγα εγώ, κύριε Νίκο μου απαντούσε εκείνος.
σχετικά με το περιοδικό ΠΟΚΟΠΙΚΟ
Μετά τον τσακωμό του με την Άγκυρα και τον Παπαδημητρίου ο Ρούτσος προσπάθησε να γίνει και εκδότης, αλλά δεν τα πήγε και τόσο καλά.
Έκδωσε νέες περιπέτειες του ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ. Φτηνοέκδοση, με δίχρωμο εξώφυλλο (και όχι πολύχρωμο όπως της Άγκυρας).
Και έβγαλε κι ένα περιοδικάκι αφιερωμένο αποκλειστικά στις "περιπέτειες" του ΠΟΚΟΠΙΚΟ και της ΧΟΥΧΟΥ.
Φτωχομπινεδιάρικο κι αυτό, με πολύ ψιλό χαρτί (τσιγαρόχαρτο) και δίχρωμο το εξώφυλλο.
Παρά τις υψηλόφρονες προσδοκίες του συγγραφέα-εκδότη του πήγε εντελώς άπατο. Σταμάτησε στο όγδοο τεύχος.
Καλά τα καλαμπούρια του κοντοπίθαρου νάνου, αλλά χωρίς τον ΓΚΑΟΥΡ, τον πατριώτη ΤΑΡΖΑΝ, δεν ήταν αρκετά για να χαλάσει κανείς 1000 δραχμές (τόσο στοίχιζε και μια φρατζόλα ψωμί), είπαμε και πιο πάνω, φτωχόκοσμος ήταν η πελατεία, οι αναγνώστες του Νίκου Β. Ρούτσου.
πως βρέθηκα με ένα τομάκι ΠΟΚΟΠΙΚΟ υπομάλης...
Μόλις είχε κυκλοφορήσει οι ΧΑΡΤΙΝΟΙ ΘΡΥΛΟΙ. Μας είχαν καλέσει (εμένα και τον Άρη) σε μια νυχτερινή εκπομπή, από το Κανάλι Ένα 90,4 FM του Πειραιά.
Όταν τέλειωσε η εκπομπή και δώσαμε τα χέρια ο Θοδωρής (ο Σαρτζετάκης), ο παραγωγός της εκπομπής, μαζί με τις ευχαριστίες του μου χάρισε και τον ΠΟΚΟΠΙΚΟ.
Τον ευχαρίστησα κι εγώ και πήρα το τομάκι σπίτι μου, όπου και το στόλισα φάτσα-κάρτα, σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, να το έχω για χάζι.
Μέσα στα χρόνια άλλαξε πολλές φορές θέση, ώσπου το βαρέθηκα και πριν από κανά μήνα τον έβγαλα στο σφυρί.
Τον πούλησα για 400 ευρώ. Τα οποία και καβάτζωσα για το ταξίδι που θέλω να κάνω, τον χειμώνα, στην Σικελία.
Ο ΠΟΚΟΠΙΚΟΣ με τη σκουριασμένη χατζάρα του καβάλα στον... περήφανο ψωρογάιδαρό του. Τα 8 τεύχη του περιοδικού ΠΟΚΟΠΙΚΟ δεμένα σε ένα τομάκι (αυτό που μου χάρισε ο Θοδωρής).
Ο ΠΟΚΟΠΙΚΟΣ και η ΧΟΥΧΟΥ βράζουν στο ίδιο καζάνι. Στο φόντο ο μάγειρας της φυλής των ανθρωποφάγων με σκούφο σεφ και μια μακριά κουτάλα στο δεξί του χέρι. Ενώ στη διπλανή σελίδα οι μικροί αναγνώστες πληροφορούνται πως το ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ "είναι το περιοδικό που έχει την πρώτη κυκλοφορία στην ΕΛΛΑΔΑ και στο ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ".
Και πάλι ο ΠΟΚΟΠΙΚΟΣ στο μενού της ζούγκλας. Αυτή τη φορά ψητός στη σούβλα. Ένα περιοδικό με... συνταγές ανθρωποφαγίας στην τελική.
Το ζευγάρι της... χρονιάς: Ο ΠΟΚΟΠΙΚΟ και (κλεφτοδάνειο) η ΧΟΝΤΡΗ από το εβδομαδιαίο περιοδικό ΘΗΣΑΥΡΟΣ (απίστευτα διάσημη γελοιογραφική φιγούρα της εποχής). Φόντο σκηνές Ινδιάνων (ό,τι να' ναι δηλαδή).
Απόσπασμα ζουγκλικού λόγου από το ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ της πρώτης περιόδου. Προσέξτε αυτό το παρθένα. Είχε πολύ μεγάλη σημασία η παρθενία στα χρόνια του '50 (υπήρχαν, μάλιστα, και ειδικοί χειρουργοί ιατροί παρθενοραφείς στην ειδικότητα, που έγιναν ζάμπλουτοι).
ΧΑΡΤΙΝΟΙ ΘΡΥΛΟΙ και ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΙ ΘΡΥΛΟΙ μπρος-πίσω. Στην κασέτα με τους ραδιοφωνικούς θρύλους και ο ντετέκτιβ ΤΖΩΝ-ΓΚΡΗΚ (ακούγονται και τα βήματα του καθώς τρέχει αποφασιστικά στο πλακόστρωτο, καθώς κι ένας πυροβολισμός).
Ο Νίκος Β. Ρούτσος στα νιάτα του, όταν ακόμα σπούδαζε δικηγόρος.
Το περιοδικό ΓΚΑΟΥΡ-ΤΑΡΖΑΝ στη β περίοδο, όταν εκδότης του ήταν ο ίδιος ο Ρούτσος.
Ένα χαρακτηριστικό δισέλιδο από τους ΧΑΡΤΙΝΟΥΣ ΘΡΥΛΟΥΣ, όπου ο ΠΟΚΟΠΙΚΟΣ λέει το... καλημέρα σας! Στην αριστερή σελίδα ΓΚΑΟΥΡ και ΤΑΡΖΑΝ με το εξαιρετικό πενάκι του Θέμου Ανδρεόπουλου. Προσέξτε το στήσιμο της εικόνας, την καμήλα σε κίνηση, τις κλιματσίδες, τα "σορτσάκια" των Ταρζάν.
Σκηνές από το τομάκι ΠΟΚΟΠΙΚΟ, μια... προεδρική υπογραφή σε πράσινη σφραγίδα και εις άλλα με υγείαν.