Χρυσοβίτσα: νύχτα με υγρασία
και Φίλιπ
Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2026, από Γιάννενα μεριά (εκεί ψηλά στα άγρια βουνά)
διάβασε κι αυτό: Ο άφαντος κύριος ΑΡΚΑΣ μου είπε να σας πω...
Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2026, από Γιάννενα μεριά (εκεί ψηλά στα άγρια βουνά)
Σελίδες από το ημερολόγιό μου
Ήμουν καλεσμένος στη Χρυσοβίτσα από έναν καλό φίλο, καρδιακό· από εκείνους τους ανθρώπους που δεν σε ρωτούν αν θέλεις ησυχία ή περιπέτεια — απλώς σου τη σερβίρουν.
Το χωριό ήταν βυθισμένο σε μια γλυκιά, παράξενη απλότητα. Κανείς δεν μιλούσε για λογοτεχνία, πόσο μάλλον για επιστημονική φαντασία. Κι όμως, εκείνο το βράδυ ξεκίνησε να ψιθυρίζει κάτι αλλόκοτο.
Είχα βγει μια μικρή βόλτα, έτσι για να ξεμουδιάσω.
Στην πλατεία, δίπλα στο παλιό πλατάνι, είδα έναν άντρα να προσπαθεί να ανάψει το τσιγάρο του.
Το χέρι του έτρεμε σαν να είχε μόλις ξεφύγει από κάποιον εφιάλτη. Η πάχνη της αναπνοής του φάνηκε για μια στιγμή στο μισοσβησμένο λαμπιόνι του καφενείου — και τότε πάγωσα.
Έμοιαζε του Ντικ. Φίλιπ Κ. Ντικ. Όπως δυο σταγόνες νερό από την ίδια βρύση.
Όχι απλώς του έμοιαζε. Ήταν εκείνη η έκφραση: το μισό χαμόγελο, μισό φόβος· το βλέμμα που μετρούσε τα σκοτάδια σαν να ήταν δεδομένα μέσα σε μια ιστορία που ο ίδιος είχε ήδη γράψει. Τα γυαλιά του γυάλιζαν σαν παλιές διαφάνειες προβολέα.
Στάθηκα μπροστά του χωρίς να σκεφτώ. Δεν είχα άλλη επιλογή.
«Συγγνώμη», του είπα, «ξέρω πως ακούγεται παράξενο… αλλά μοιάζετε εκπληκτικά με τον Φίλιπ Ντικ.»
Γέλασε — ένα γέλιο δύσκολο να περιγράψω. Σαν να τον διασκέδαζε που τον είχαν ανακαλύψει, αλλά ήταν και κάπως ανήσυχος, όχι, όμως, αρκετά ώστε να το θεωρήσει επικίνδυνο.
«Αρκετοί μου το έχουν πει,» είπε. «Περισσότερο απ’ όσους θα περίμενες για ένα μικρό χωριό 700 κατοίκων σαν κι αυτό.»
Ένιωσα την καρδιά μου να ανεβαίνει στο λαιμό. Αν ήταν κάποιος άλλος, θα το είχε απορρίψει. Εκείνος, όχι.
Δεν έχασα την ευκαιρία. Τον ρώτησα ευθέως αν θα μου έδινε μια μικρή —ελάχιστη— συνέντευξη. Μια κουβέντα μόνο, δυο λέξεις, κάτι.
Και τότε συνέβη το πιο περίεργο.
Δεν αρνήθηκε. Ούτε καν δίστασε
Κάθισε στο ξύλινο παγκάκι σταυροπόδι. Έβγαλε το πακέτο του, μου πρόσφερε τσιγάρο — αρνήθηκα ευγενικά. Έβαλε φωτιά στο δικό του, ρούφηξε μια γερή τζούρα και με κοίταξε στα μάτια.
«Ρώτα με ό,τι θέλεις», είπε. «Αρκεί να μην περιμένεις απαντήσεις που θα σε καθησυχάσουν.»
Κάτι έγραψα στο σημειωματάριό μου για να μην το ξεχάσω. Από εδώ και πέρα… δεν είμαι σίγουρος τι ήταν αλήθεια και τι κομμάτι από το δικό του σύμπαν που γλίστρησε και γραπώθηκε στη Χρυσοβίτσα.
Η “μικρή συνέντευξη” — όπως την κατέγραψα στο notebook μου εκείνη τη νύχτα
Καθόμασταν στο ξύλινο παγκάκι, κάτω από το πλατάνι. Η πλατεία άδεια, μόνο δυο σκυλιά μύριζαν τον αέρα σαν να περίμεναν κι αυτά την απάντηση σε κάποια μεγάλη αποκάλυψη. Ο άντρας που έμοιαζε με τον Φίλιπ Κ. Ντικ τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και κοίταξε τον καπνό σαν να αναδυόταν από αυτόν κάποιο μήνυμα.
1. ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑ
— Τι σας έφερε στη Χρυσοβίτσα;
Δεν βιάστηκε. Έπαιξε λίγο με τη στάχτη, την άφησε να πέσει στο χώμα.
— Ένας ήχος, είπε.
— Τι είδους ήχος;
— Σα να σε καλεί κάτι που δεν σε ξέρει ακόμη. Σαν σήμα. Μπορεί να ήταν και λάθος της πραγματικότητας. Συμβαίνουν αυτά.
Έγραψα στο πλάι της σελίδας μου: μιλά σαν τον Ντικ. Ή είναι;
2. ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
— Γράφετε;
Χαμογέλασε ελαφρά.
— Αν κάποιος σταματήσει να γράφει, τότε ξεχνάει ποιος είναι.
Εσείς πιστεύετε πως θα μπορούσα να το ρισκάρω;
Έγειρε προς το μέρος μου.
— Αν γράφω; Ναι. Αλλά όχι ιστορίες. Προσπαθώ να γράψω την αλήθεια μου πριν την ξαναγράψει κάποιος άλλος.
Σημείωσα: παράνοια; αυτοειρωνεία; αυτοαναφορά; όλα μαζί;
3. ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑ
Ήθελα να δω πόσο θα το πήγαινε.
— Πιστεύετε ότι ο κόσμος είναι πραγματικός;
Τότε έβγαλε τα γυαλιά του και τα καθάρισε με την άκρη της μπλούζας του. Με κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν κουρασμένα, καταταλαιπωρημένα από αμέτρητες πιθανές πραγματικότητες.
— "Σας απαντώ μόνο αυτό:
Ο πραγματικός κόσμος είναι εκείνος που δεν μπορείς να κλείσεις."
Έμεινα άναυδος.
— Που δεν μπορείς να κλείσεις;
— Ναι. Όλα τα άλλα είναι ιστορίες που μπορούμε να τις σταματήσουμε. Αυτός… δεν σταματά. Γι’ αυτό είναι αληθινός.
4. ΕΝΑ “ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ” ΕΡΩΤΗΜΑ
Κι έπειτα ρώτησα κάτι που δεν είχα το θάρρος να γράψω καθαρά εκείνη τη στιγμή:
— Τελικά είστε ο Φίλιπ Ντικ ή ομομάζεστε κάπως αλλιώς;…
Με σταμάτησε με μια μικρή κίνηση του χεριού, σαν πατέρας που καθησυχάζει παιδί.
— Το όνομα δεν αλλάζει τίποτα.
Αυτό που είμαι… θα ήταν το ίδιο, είτε λεγόμουν όπως νομίζετε… είτε όπως με ξέρουν εδώ στο χωριό.
Έπαιξε με το πακέτο τσιγάρων.
Πάνω γράφει P.K.D.; Ή μου φάνηκε; Δεν πρόλαβα να ξαναδώ. Ίσως το φως να έκανε παιχνίδια.
Σηκώθηκε.
— Μην με ψάξετε αύριο. Θα έχω φύγει.
Ή… ίσως να είμαι εδώ. Μερικές φορές συμβαίνουν και τα δύο.
Και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι ανάμεσα στα σπίτια.
Πίσω, στον Πειραιά
Όταν επέστρεψα στην πόλη μου, με κείνο και με τ΄άλλο (συν οι κωλολογαριασμοί της ΔΕΗ και της NOVA) ξεχάστηκα εντελώς, αφέθηκα στη δίνη της ρουτίνας μου.
Αυτό ίσως ήταν το λάθος μου.
Οι μέρες περνούσαν, η μια κατόπιν της άλλης, χωρίς συμβάντα ιδιαίτερα.
Δούλευα στον υπολογιστή, περπατούσα στους απόμερους δρόμους, χάζευα ανθρώπους, έτρωγα όλο μου το φαϊ, άκουγα μουσική, κοιμόμουν.
Η συνάντηση στη Χρυσοβίτσα άρχισε να παίρνει τη θέση που παίρνουν όλα τα παράξενα, τα ασυνήθιστα πράγματα: κάπου ανάμεσα στη μνήμη και στην υπερβολή.
Ώσπου άρχισα να αμφιβάλλω για τα μικρά, τ' ασήμαντα γεγονότα.
Ένα πρωί, λόγου χάρη, βρήκα το ημερολόγιό μου ανοιχτό στο γραφείο, τέντα.
Ήμουν, όμως, απολύτως σίγουρος πως το είχα αφήσει κλειστό.
Όχι γιατί το θυμόμουν καθαρά — αλλά γιατί πάντα το αφήνω κλειστό.
Ξεφύλλισα τις τελευταίες σελίδες του.
Καμία καινούργια καταγραφή.
Μόνο δυο λεξούλες, γραμμένες χαμηλά, στην άκρη της σελίδας:
συνέχισε Νικ
Θεώρησα πως τις είχα γράψει ο ίδιος.
Αυτό θα συμπέρανε κάθε λογικός άνθρωπος.
(αν και τα γράμματα δεν θύμιζαν σε τίποτα το δικό μου γραφικό χαρακτήρα).
Λίγες μέρες μετά, σε μια κουβέντα με κάτι φίλους, ανέφερα ασυναίσθητα μια φράση.
Σταμάτησαν όλοι.
«Αυτό το διάβασες κάπου;» με ρώτησε ένας.
«Όχι», είπα. «Κάπου το άκουσα".
Δεν ήξερα από πού.
Από τότε και στο εξής, άρχισα να προσέχω, να μετράω τα λόγια μου όταν μιλούσα.
Παρ΄όλα αυτά, κάποιες λέξεις έβγαιναν πρώτες, σαν να είχαν ήδη γραφτεί αλλού.
Σαν να τις επαναλάμβανα.
Ένα βράδυ, γυρίζοντας αργά, συνάντησα έναν άντρα στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Δεν έμοιαζε με κανέναν συγκεκριμένα.
Απλός. Ήσυχος. Σχεδόν αόρατος.
Μου κράτησε την πόρτα.
«Καλησπέρα», είπε.
Η φωνή του ήταν… γνώριμη. Όχι αναγνωρίσιμη. Γνώριμη.
Στο ασανσέρ δεν μιλήσαμε.
Πριν βγει στον όροφό του, γύρισε και μου είπε:
«Καμιά φορά, αν δεν γράψεις κάτι, γράφεται μόνο του.»
Δεν τον ξαναείδα.
Δεν έψαξα αν μένει στην πολυκατοικία μας.
Δεν ρώτησα τον... κύριο Αρχίδη, τον διαχειριστή.
Ούτε την κυρία Μάρθα στο Μίνι-Μάρκετ.
Δεν νοιαζόμουν καθόλου για κάποια απάντηση.
Έκτοτε, το ημερολόγιό μου παραμένει στην ίδια θέση, εκεί στο γραφείο.
Κάποιες μέρες το βρίσκω σε άλλη θέση.
Κάποιες όχι.
Δεν γράφω κάθε μέρα πια.
Αλλά όταν γράφω, προσέχω.
Όχι τι βάζω εγώ στο χαρτί.
Αλλά τι έχει προηγηθεί.
Γιατί μετά από εκείνη τη νύχτα στη Χρυσοβίτσα, έμαθα κάτι απλό:
μερικές ιστορίες δεν σε ακολουθούν.
Σε περιμένουν, κουμπάρε. Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις! Ουί;
Η Η Χρυσοβίτσα εκείνη την ημέρα...